«Γιατί δεν του μιλάει κανείς;»

Αναδημοσιεύω απο το FB profile του φίλου Χριστόδουλου

 

Το «ταξίδι» με τον προαστιακό είναι εμπειρία, ειδικά όταν έχεις μαζί σου έναν 5χρονο που μιλάει με όλο τον κόσμο κι εντυπωσιάζεται με ένα σωρό σημαντικές ή όχι λεπτομέρειες. Ο τρόπος που κάνει ο μικρός μου γιός «αλισβερίσι» με τον κόσμο γύρω του, μετατρέπει κάθε έξοδο μας απο το σπίτι σε εκπαιδευτικό περίπατο. Σε μια απο αυτές τις εξορμήσεις λοιπόν κι ενώ ο μικρός παρατηρούσε σαν κουτάβι, απο το παράθυρο του βαγονιού, τις ράγες «να αλλάζουν στροφές» (όπως χαρακτηριστικά λέει), ακούστηκε απο το πίσω μέρος του βαγονιού η φωνή ενός άντρα που ζητούσε απο τους επιβάτες να αγοράσουν ένα πακέτο χαρτομάντιλα.

Γνώστης της τυπικής διαδικασίας ο μικρός μου αμέσως άρχισε να ψάχνει στις τσέπες μου για ψιλά, αφού ξέρει ότι παντα θα δώσουμε κάτι. Όσο ο άντρας μας πλησίαζε, ο μικρός «έβρεχε» ερωτήσεις για τις οποίες δεν είχα δυστυχώς καμία απάντηση.

«Γιατί δεν του μιλάει κανείς;» «Γιατί δεν τον κοιτάνε που τους μιλάει;» «Γιατί δεν πάει στο νοσοκομείο, αφού είναι άρρωστος;» … κλπ. Παρεμπιπτόντως υπήρχαν κι άλλα παιδάκια στο βαγόνι τα οποία οι γονείς είχαν ήδη βάλει να καθίσουν απο την μέσα μεριά, λες και φοβόντουσαν ότι θα έπεφταν θύματα κακοποίησης, απαγωγής ή θα κόλλαγαν κάποια ανίατη ασθένεια ξέρω γω!

Ο άνθρωπος ήταν το πολύ 50 κιλά κι έτοιμος να πέσει κάτω. Άν και φαινόταν απο το πρόσωπο του ότι ήταν χρήστης, ήταν διαυγής. Αν και φαινόταν στα όρια της εξαθλίωσης εισέπρατε την αδιαφορία με ευγένεια και υπομονή. Έφαγα φλασιά και τον φαντάστηκα σαν τραυματισμένο στρατιώτη που βαδίζει μόνος στα ερείπια μιας βομβαρδισμένης πόλης. Τα ερείπια γύρω του χάσκουν σιωπηλα κι ανήμπορα να τον βοηθήσουν. Κι αυτός βαδίζει ελπίζοντας σ’ ένα θαύμα ή απλά μέχρι να υποκύψει στις πληγές του. Στα ερείπια του βαγονιού μας δεν περίσσευε ίχνος ενδιαφέροντος, πόσο μάλλον 50 λεπτά για χαρτομάντιλα κι έτσι έφτασε στις κοντά μας νίώθωντας μάλλον πιο «αόρατος» απο πρίν.

«Τι κάνει αυτός;» ήταν η ερώτηση που μου έκανε ο μικρός την στιγμή που ο άντρας πλησίαζε στις θέσεις μας. Έσκυψα απο πάνω του και του ψιθύρισα ότι δεν είναι «αυτός». Έιναι ένας κύριος που δουλεύει. Δυστυχώς όμως ο άντρας μάλλον άκουσε τι είπα στο παιδί, γιατί όταν γυρίσαμε πρός τον διάδρομο εκείνος στέκονταν ήδη μπροστά μας βουρκωμένος. Σηκώθηκε ο μικρός χαμογελαστός και δίνοντας του τα ψιλά που κράταγε, του λέει «Καλημέρα κύριε, καλή δουλειά». Ο άντρας ξέσπασε με λυγμούς και χωρίς να μιλάει έκατσε λίγο μαζί μας. Του έδωσα ένα μπουκάλι νερό και προσπάθησα να του κάνω ψιλή κουβέντα. Αισθανόμουν άβολα δίπλα σε έναν άντρα 40-45 χρονών που έκλαιγε με λυγμούς. Τι μπορούσα να πω σ΄αυτόν τον άνθρωπο για να αισθανθεί καλύτερα;

Μετά απο λίγο σηκώθηκε κάπως πιο ήρεμος κι αφού χαιρετήθηκαν με τον γιό μου, έφυγε αφήνοντας μας στα ερείπια μ’ ένα πακέτο χαρτομάντιλα για τα οποία δεν δέχτηκε χρήματα.

One comment

  1. ellos

    Κατα σύμπτωση ήμουν εχτές στον προαστιακό.

    Παρατηρώ μια κοπέλα στην αρχή και προσπαθώ να της πάρω μια ματιά με χαμόγελο. Οχι απο «πέσιμο» αλλα έλεγα μήπως μοιραζόμασταν 2-3 δευτερόλεπτα χαμογελώντας στην ομορφιά. Μάταια. Με κοιτούσε με την άκρη του ματιού της, κάτι που με απογοήτευε αλλα και ενίοτε με κοιτούσε απο την αντανάκλαση του τζαμιού ή όταν δεν κοιτούσα. Ακούγοντας μουσική, ανα 2 περίπου δευτερόλεπτα, άλλαζα ζευγάρι μάτια και κοίτούσα το επόμενο. Πάλι μάταια. Απο 20 χρονώ μέχρι 70 κανείς δεν με κοιτούσε στα μάτια, ούτε όμως και κοιτάζονταν μεταξύ τους, ακόμη και αν καθόνταν αντίκρυ. Περίπου 14 άτομα.

    Κάποια στιμγή μπαίνουν μέσα 2 παιδία, ενα αγόρι και ένα κορίτσι γύρω στα 30, με μπαγκάζια στα χέρια, χρήστες αλλα νηφάλιοι. Ξάφνου το βαγόνι ξύπνησε και όλοι γύρισαν να τους κοιτάξουν. Επίμονα, τους κοιτούσαν απο πάνω μέχρι κάτω καθώς και τα μπαγκάζια τους, με το ύφος που δε χρειάζεται περιγραφή. Μετά απο λίγο, λοξές-κοφτές ματιές. Το αγόρι έλεγε στο κορίτσι να μην τοποθετεί τα πράγματα εκείνη αλλα να το κάνει αυτός και εκείνη του απαντούσε «Άσε με». Η κοπέλα εμφανώς αδύναμη. Κάθονται. Η κοπέλα φένεται σαν να είναι ενοχλημένη μαζί του με κάτι. Συνεχίζω να φοράω τα ακουστικά. Κάθονται δίπλα-δίπλα. Πάει κοντά και κάτι της λέει και συζητάν.

    Ξάφνου, ελεγκτής. Βγάζω τα ακουστικά και ετοιμάζω τι θα πώ σε περίπτωση που τα παιδιά δεν έχουν εισητήριο. Κάνω και τους υπολογισμούς για να δώ πόσα έχω επάνω μου. Ακούω απο μέσα μου¨»Εντάξει, πάμε». Το αγόρι σηκώνετε. Έχει εισητήριο. Ενα και το δείχνει. Το εισητήριο ήταν απο τις 5 η ώρα το απόγευμα. Πλησιάζω και τους δύο για να ακούσω. «Δεν έχω άλλα λεφτά για άλλο και μόλις τώρα της δώσαν εξιτήριο απο το ψυχιατρείο» . Οξύνω τα αντανακλαστικά μου. Ο ελεγκτής ζητάει το εξήτηριο (!). Κοιτάω τον ελεγκτή στα μάτια, με ευθύ αλλα όχι εχθρικό βλέμμα, ωστε να καταλάβει οτι τον κοιτάω. Του λέει «Εντάξει». «Ευχαριστώ» αποκρίνεται και κάθεται. Φιλιούνται και εγώ απο πάνω τους μέ ένα χαμόγελο πλατύ. Δυστηχώς ήμουν ο μόνος που τους κοιτούσε και που αντιλαμβανόταν τι συμβαίνει και πόσο σημαντικό είναι. Καθεταί κοντά της και τη χαιδεύει. Εδώ να αναφέρω οτι το αγόρι 2-3 φορές απο την αρχή της διαδρομής κρατούσε το κεφάλι του ανάμεσα στα πόδια του και μου έδινε την εικόνα του «Τι να κάνω;».

    Μετά απο λίγο είναι να κατέβω. Μιά και τους είχα δεί να έχουν μια ένταση στην κουβέντα πιο πρίν πάω και τους πλησιάζω απο πίσω. «Παιδία έχει μια βαλίτσα που μπορεί να πέσει στα πράματα σας». Το αγόρι σηκώνεται αμμέσως και μου λέει «Με συγχωρείς θα την πάρω». Του απαντώ πως δεν είναι δικιά μου ή δικιά του αλλα απλώς επειδή είναι βαρυά, μήπως θέλει να την μετακινήσω μήπως και τους χαλάσει-σπάσει τα πράματα τους. Ακολουθεί ο εξής διάλογος, καθώς έχω το χέρι μου συνέχεια στην πλάτη-μέση του μετά απο την πρώτη κουβέντα:

    Eκείνος: «Oχι ευχαριστώ»
    Εγώ:»Η τάδε στάση πότε είναι (ήξερα οτι είναι η επόμενη)».
    Εκείνος:»Τώρα,η επόμενη είναι»
    Εγώ: «Επειδή είδα να τσακώνεστε λίγο πρίν, αν δεν είστε μαζί σε αυτό, δεν θα βγεί»
    Eκείνος:»Ρε φίλε πώς να βγεί; Έχουμε κόψει απο καιρό και οι δύο. Μια ημέρα όταν ο πατέρας της μας είδε μαζί, την έσπασε στο ξύλο και την φόρτωσε και πήγε στο ψυχιατρείο. Τώρα με πήραν να πάω να την πάρω. Δεν έχουμε μία και οι δικοί μου μας έδιωξαν απο το σπίτι μόλις έμαθαν οτι θα πάει στο ψυχιατρείο. Και αυτά τα κωλοφάρμακα κρατάνε 3 μήνες και άλλους τρείς αφου πάρεις το τελευταίο κάνεις να συνέλθεις.»
    Εγώ:»Που πάτε;»
    Εκείνος «Στο τάδε μέρος» (προφανής ο λόγος που δεν αναφέρω λεπτομέρειες)
    Εγω:»Που, πάνω στο τάδε μέρος;»
    Εκείνός: «Το ξέρεις;» με χαμόγελο.
    Εγώ:»Αμέ. Δεν έχω πάει βέβαια αλλα το ξέρω»
    Εκείνος:»Aν δεν γίνομαι αδιάκρητος, έχεις 80 λεπτά;»
    Εγώ:»Έλεγα να σου έδινα πιο πρίν αλλα δεν ήξερα πως θα το πάρεις και για αυτό δεν το είπα»
    Eκείνος:»Να που καμιά φορά χρειάζεται να το πείς»
    Εγώ:(δίνω παραπάνω απο όσα μου ζήτησε)
    Εκείνος:με κοιτάει και μου λέει: «Oχι ρε ‘συ.» και κάνει κίνηση επιστροφής.
    Εγώ:»Δεν είναι θέμα. Αυτά έχω για τώρα. Θα έχω περισσότερα αν ξαναειδωθούμε. Σήμερα εσύ, αύριο εγώ» .Χαμογελάω.
    Eκείνος. Χαμογελάει «Οχι αν ξαναειδωθούμε. Γράψε. 69………!Το όνομα μου είναι τάδε και την κοπέλα την λένε έτσι.» Με κοιτάει η κοπέλα. «Χάρηκα» ακούγεται. «Πάρε όποιον άνθρωπο θέλεις και έλατε πάνω. Μένουμε στο τάδε σημείο. Εντάξει κάτι θα φτιάξουμε να φάμε, μην φανταστείς, και έχουμε και χώρο να κοιμηθούμε. Μπορούμε να πάμε και για μπάνιο άν θέλετε».
    Εγώ:»Ευχαριστώ πολύ» Χαμόγελο.
    Εκείνος.Χαμόγελο. Δίνουμε τα χέρια και ένα ελαφρύ χτύπημα στον ώμο. Κοιταζόμαστε 2-3 δευτερόλεπτα στα μάτια και χαμογελάμε καθώς ακούγεται το τρένο πάνω στις ράγές. Έφτασα στην στάση μου.
    Εγώ: «‘Γειά χαρά» και κούνημα χεριού. Χαμόγελο.
    Εκείνος: με ίσια ματιά: «‘Γειά χαρά» Χαμόγελο!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s