Το λαχείο.

laΑνέβαινε τις σκάλες του μετρό. Σκαλί σκαλί, ατσαλάκωτος, ψηλός και επιβλητικός. Το γκρίζο κοστούμι του έδειχνε σαν καινούριο, δεν ήταν-μπορούσες να δείς τους αγκώνες του σκακιού και τα γόνατα στο παντελόνι να γυαλίζουν λίγο.

Κάπου τον ξέρω.

Περπάτησε μερικά μέτρα στον πεζόδρομο. Το πρόσωπο του έδειχνε καθαρό αλλά συνοφρυωμένο. Στο πέτο του σακακιού του ήταν καρφωμένη μια γυαλιστερή καρφίτσα με ένα ασημί σύμβολο πνιγμένο σε μπλέ σμάλτο. Κοντοστάθηκε σε μια βιτρίνα.

Θυμήθηκα! Τον είχα γνωρίσει σε μια τράπεζα, ήταν διευθυντής του καταστήματος. Έτρεχε με χαρτιά στα χέρια, μίλαγε με πελάτες, έδινε εντολές σε ταμίες, εγκρίσεις στο σύστημα, «θα έχουμε τα χαρτιά έτοιμα τη Δευτέρα, πέραστε να υπογράψετε.»

Η βιτρίνα έγραφε «Τζάκποτ 7.500.000». Πήρε μια βαθιά ανάσα. Κοίταξε γύρω, ανακάτεψε λίγο τα μαλλιά του νευρικά και έστρωσε το πέτο με το «παράσημο» της τράπεζας-εργοδότη του. Εβαλε το χέρι στην τσέπη του παντελονιού του, έκανε δυο βήματα και μπήκε στο πρακτορείο.

Σε μερικά λεπτά βγήκε κρατώντας στο χέρι του το λαχείο. Μαζί με αυτό κρατούσε και μερικές δεκαετίες νεοελληνικής ιστορίας.

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s